18/01/2019 - 13:09

Τα τραγούδια των γηπέδων

Γράφει ο : 

Ένα.. τραγούδι δρόμος ήταν, εκείνα τα χρόνια, η απόσταση μέχρι την κοντινή αλάνα. Εκεί που το χώμα «κατάπινε» τον ιδρώτα και το αίμα από τα γόνατα των ευκαιριακών αντιπάλων. Εκεί όπου «θέριευαν» τα όνειρά μας να μοιάσουμε με κάποιον παίκτη της αγαπημένης μας ομάδας.

Και στις αυτοσχέδιες κερκίδες, ένα τρανζιστοράκι, για να μη χάνουμε την επαφή μας με τα παιχνίδια της Κυριακής. Από εκεί έφταναν στα αυτιά μας οι φωνές των εκφωνητών και των οπαδών και στην ανάπαυλα μας κρατούσαν συντροφιά τα τραγούδια των γηπέδων. Κάποια από αυτά τα τραγούδια, μαζί με τους ερμηνευτές τους, είχαν το δικό τους φανατικό κοινό, αλλά δεν κατάφεραν να κερδίσουν την ... άνοδο στην εθνική κατηγορία. Αυτά τα τραγούδια, που τα έχει σκεπάσει η αχλή του χρόνου, θα μας τα ξαναθυμίσει από αυτή τη στήλη ο Γιώργος Τσάμπρας, ξαναφέρνοντας στη μνήμη μας εικόνες και ήχους μιας εποχής που χάθηκε μαζί με τα χρόνια της νιότης μας.

«Γέλα, κυρία μου»- Κώστας Καφάσης

Η... επιτομή της καψούρας! Ένα τραγούδι «απενοχοποιημένο» από στιχουργικά και μουσικά κλισέ. Μια απρόσμενη συνεργασία, με ένα ανέλπιστο αποτέλεσμα!

Πριν συναντήσει τον Κώστα Ψυχογιό, ο Κώστας Καφάσης ήταν ένας ηθοποιός που ονειρευόταν να γίνει και τραγουδιστής. Μετά το «Γέλα, κυρία μου», έγινε ένας τραγουδιστής που κάποτε ήταν και ηθοποιός.

Όσοι... γέλασαν με το πρώτο άκουσμα του τραγουδιού, δάγκωσαν τη γλώσσα τους αργότερα, όταν αυτό το «καψουροτράγουδο» ακουγόταν παντού. Ήταν λιτό σε στίχο και εύκολο στη μουσική. Ο Κώστας Ψυχογιός βρήκε στον Κώστα Καφάση έναν παθιασμένο άνθρωπο που αγωνιζόταν να πείσει για τις... ιδιαιτερότητές του. Είχε καθαρή μπάσα φωνή και ερμηνευτικές ικανότητες, λόγω πρότερου... θεατρικού βίου.

Ένα χρόνο μετά την πτώση της χούντας, η εποχή είχε έντονο πολιτικό χαρακτήρα και οι συνθέτες με τους στιχουργούς έβγαζαν από το συρτάρι τους όσα έκρυβαν στο γραφείο τους κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.

Ο Καφάσης, με το «Γέλα, κυρία μου», ήρθε σαν εξαίρεση στον κανόνα, για να αποδείξει ότι η καψούρα δεν έχει εποχές. Και ενώ οι «έντεχνοι» έβγαζαν φλύκταινες στο άκουσμα και μόνο αυτού του τραγουδιού, ο κόσμος το αγκάλιασε και άνοιξε για τον Καφάση τις... πύλες των νυχτερινών κέντρων της παραλιακής.

Ο Κώστας Καφάσης έφτασε πιο ψηλά από ό,τι ονειρευόταν, αλλά έπεσε πιο χαμηλά από όσο φοβόταν. Η «βασιλεία» του διήρκεσε μια δεκαετία(1975- 1985), με τραγούδια όπως τα: «Kατάλαβέ με», «Συνείδησή μου», «Ψυχή μου, καρδιά μου», «Και τώρα, τι γίνεται τώρα» κ.ά.

Μετά το ’90 άρχισε η αντίστροφη μέτρηση και ο Καφάσης αναγκάστηκε να κάνει «αρπαχτές» στα κέντρα της επαρχίας, όπου τον περίμενε με «άγριες» διαθέσεις ένα ετερόκλητο κοινό.

Οι παλαιότεροι ήθελαν να ανταμώσουν τον Ιωνάθαν της «Γειτονιάς» του Πρετεντέρη, και οι νεότεροι έτρεχαν για να γλεντήσουν με τον... αρχικαψούρη και να βιώσουν την αποκαθήλωση ενός ειδώλου, που συμπαρέσυρε στην πτώση του μια ολόκληρη «ιδεολογία».

Μπορεί η ζωή του Καφάση να ήταν σαν μυθιστόρημα, αλλά η ιστορία θα γράψει, ως επίλογο, ότι νικήθηκε από τον καρκίνο και άφησε την τελευταία πνοή του στις 10 Αυγούστου 2010, στο νοσοκομείο «Μεταξά», όπου νοσηλευόταν.