21/12/2017 - 14:17

Μία πορεία προς τη δόξα με τα μάτια της Μιρέλας (pics & vids)

Στην οικογένεια της Μιρέλας Μανιάνι υπήρχε αξιοκρατία. Η μαμά, λάτρης της μουσικής, της χάρισε το όνομα από τις νότες του πενταγράμμου (Μι, Ρε, Λα), ενώ ο δεκαθλητής μπαμπάς της μετέδωσε το μικρόβιο του αθλητισμού. Αναδημοσίευση του Sport-Retro.gr.

Ξέρετε, αυτή η συνέντευξη πέρασε από σαράντα κύματα, επειδή η εορτάζουσα ασχολείται συνεχώς με την κορούλα της, τρέχει από το σχολείο στον παιδότοπο κι από το γήπεδο τένις στα μαγαζιά για να της κάνει δωράκια.

Μερικά χρόνια προτού αφοσιωθεί στο αγγελούδι της, η Μιρέλα είχε ένα άλλο παιδί, το οποίο λεγόταν «ακόντιο» και μαζί του πετούσε στις πιο ονειρεμένες διακρίσεις κάθε ανθρώπου που αγαπά τον κλασικό αθλητισμό.

Δύο ολυμπιακά μετάλλια, άλλα 3 σε Παγκόσμια Πρωταθλήματα, ακόμη 1 χρυσό σε Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, πανελλήνια ρεκόρ, διακρίσεις, τιμές… Κι όλα αυτά χωρίς να αγωνιστεί μετά τα 30, επειδή οι τραυματισμοί την ταλαιπώρησαν αφάνταστα.

Με αφορμή τα 41α γενέθλια της Μιρέλας Μανιάνι, το Sport-Retro.gr καταγράφει την ένδοξη αθλητική της πορεία, η οποία έφτασε στην κορύφωση με την 3η θέση το 2004 στο ΟΑΚΑ, τότε που ξεπέρασε τον εαυτό της.

***

Μιρέλα από το… Μι, Ρε, Λα

-Θα ήθελα πρώτα να μου μιλήσεις για τον δεκαθλητή πατέρα σου.

«Ο μπαμπάς μου ήταν καλός δεκαθλητής. Ξεχώριζε στο 800άρι. Μετά τον στίβο ασχολήθηκε με την πυγμαχία, διότι γενικώς ήταν πολύ αθλητικός τύπος. Ασχολείτο με τα σπορ αναλόγως με τις συνθήκες, γι’ αυτό μετά έβγαλε απωθημένα πάνω μου (γέλια). Εξάλλου ήταν ο πρώτος προπονητής μου. Με έπαιρνε στο γήπεδο από 5 χρονών. Αργότερα ήταν και προπονητής γυναικείας ομάδας στίβου στα 100μ.-200μ.».

-Σε ποια ηλικία άφησες τα σπριντ για να πιάσεις το ακόντιο;

«Έκανα στίβο μέχρι τα 12. Κάποια στιγμή περνάγαμε με τον πατέρα μου από μία Γυμναστική Ακαδημία και είδαμε μια κοπέλα που έκανε 2-3 χρόνια ακόντιο. Ο πατέρας μου σταμάτησε να μιλήσει με τον συνάδελφό του, τον προπονητή της κοπέλας, κι εγώ πήρα το ακόντιο – έτσι για πλάκα. Το πέταξα πιο μακριά από εκείνη στην πρώτη προσπάθεια της ζωής μου! Τρελάθηκε ο άνθρωπος. ‘Προσπαθώ τόσα χρόνια να πιάσουμε αυτά τα μέτρα κι εσύ τα έπιασες αμέσως’, έλεγε. Είχα πολύ έκρηξη στο χέρι κι έτσι κατάλαβε ότι έχω ταλέντο».

-Η μητέρα σου τι άποψη είχε; Της άρεσε που από μικρή είχες ενταχθεί στον αθλητισμό;

«Η μητέρα μου με ήθελε… Μπάρμπι, γιατί είχε κάνει σπουδές στο πιάνο. Ήταν του καλλιτεχνικού χώρου, εξ ου και το όνομα Μιρέλα, από τις νότες Μι, Ρε, Λα. Οπότε ήταν εντελώς το αντίθετο από τον πατέρα μου. Όταν μια μέρα έτυχε να με δει στην προπόνηση, σκοτώθηκε με τον μπαμπά μου γιατί ήμουν σε ηλικία που έπρεπε να χτίσω το σώμα μου κι εγώ έκανα βάρη κτλ. Του έλεγε ότι με ταλαιπωρεί και με κουράζει. Ήταν εντελώς άσχετη. Εκτός από τους αγώνες μου δεν νομίζω να έχει δει τίποτα άλλο».

«Έβγαλα τα παπούτσια και πήρα την 3η θέση»

-Έχεις αδέρφια; Ασχολήθηκαν με τον αθλητισμό;

«Έχω έναν αδερφό 5 χρόνια μικρότερο. Εκείνος είχε ταλέντο στο ποδόσφαιρο και, μάλιστα, στα 16 του είχε πάει στον Παναθηναϊκό. Τότε προπονητής ήταν ο κ. Βλάχος, ο οποίος τον είχε σε μεγάλη εκτίμηση. Ξέρεις, το ποδόσφαιρο θέλει και τύχη. Έπειτα έφυγε ο κ. Βλάχος, ο αδερφός μου υπέστη και κάποιους τραυματισμούς… Δεν του πήγε καλά. Σταμάτησε νωρίς. Οι περισσότεροι της οικογένειας, πάντως, ήταν στον αθλητισμό. Και οι θείοι μου στην Αυστρία έκαναν ενόργανη, κρίκους και τέτοια».

Πώς ήταν τα πρώτα σου βήματα στον ακοντισμό;

«Στα 12 με 13 γυμναζόμουν με τον μπαμπά μου και έναν προπονητή. Εκείνη την εποχή, στα 14, συμμετείχα σε Ολυμπιακούς Αγώνες Νεανίδων στις Βρυξέλλες και πήρα την 3η θέση. Ήταν λίγο δύσκολο γιατί δεν ήξερα τι εστί ταρτάν και δεν είχα φορέσει ποτέ παπούτσια με καρφιά. Δεν ήξερα να περπατήσω με αυτά, τα έβγαλα και έτσι κατάφερα να βγω 3η».

-Στα 18 σου ταξίδεψες στις ΗΠΑ για να σπουδάσεις στο Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα. Γιατί δεν στέριωσες;

«Ήμουν πολύ δεμένη με την οικογένειά μου. Όχι ότι δεν ταξίδευα. Όλες οι προετοιμασίες μου γίνονταν στο εξωτερικό και πήγαινα Γερμανία-Αυστρία που έμεναν οι θείοι μου. Καθόμουν 1-2 χρόνια κάθε φορά. Γύρναγα, έδινα εξετάσεις, ξανά πάλι… Δηλαδή είχα βοήθεια στην προσπάθεια που έκανα για να χτίσω την καριέρα μου. Επίσης, βρισκόμουν κοντά σε αθλητές όπως ο Μπόρις Χένρι – κάναμε μαζί προπόνηση όταν ήμουν 15 ετών. Όσον αφορά στις ΗΠΑ είχα όλα τα κομφόρ. Απλώς μου έλειπε πολύ η οικογένειά μου και δεν μου ήταν εύκολο».

-Πότε ήρθες οριστικά στην Ελλάδα;

«Τον Οκτώβριο του 1996. Γύρισαν πρώτα οι «Άτλαντες» τον Αύγουστο και μετά ήρθα εγώ. Πρώτα κατέβηκα για διακοπές γιατί ήταν και εποχή που δεν δίναμε αγώνες. Ήρθα και έμεινα, διότι ποιος έρχεται Ελλάδα και δεν μένει; Είχα ξανάρθει, βέβαια, σε Βαλκανικούς Αγώνες στα Τρίκαλα. Πάντα μου άρεσε η χώρα και είχα στο μυαλό μου τον προπονητή Βασίλη Κοκόλη. Μου έλεγε ο πατέρας μου ‘αν πας Ελλάδα, θέλω να συναντήσεις αυτόν τον άνθρωπο’».

Το «λουκουμάκι» που κατέκτησαν τα πάντα

-Η επόμενη απάντηση είναι αφιερωμένη σε εκείνον τον σπουδαίο προπονητή, ο οποίος μας «άφησε» τον περασμένο Μάρτιο.

«Τον φώναζα ‘λουκουμάκι μου’ γιατί ήταν τόσο γλυκός. Δεν νομίζω να έχω ξαναγνωρίσει τέτοιον άνθρωπο ποτέ στη ζωή μου. Ήταν πατέρας, φίλος… Ό,τι χαρακτηρίζει κάποιον που θεωρείται «καλός άνθρωπος». Ως προπονητής ήταν αυτός που σε έβλεπε να περπατάς στον δρόμο και καταλάβαινε σε τι φάση βρίσκεσαι. Αν είσαι καλά, αν δεν έχεις κέφια, αν έχεις τσακωθεί, αν δεν έχεις κοιμηθεί κτλ. Ήταν και ψυχολόγος μου. Ο ιδανικός, ο ονειρεμένος προπονητής. Σπανίως βρίσκεις πια τέτοιους ανθρώπους.

‘Αν θέλεις να κάτσεις Ελλάδα, θα πρέπει να βρεις τον κ. Κοκόλη’, μου έλεγε ο μπαμπάς μου. Τον αναζητώ, μου τον συστήνουν και κλείνουμε ραντεβού μέσω τηλεφώνου. Κάποια στιγμή βρισκόμαστε στο ΟΑΚΑ. Βλέπω έναν κύριο λεπτοκαμωμένο, ωραίο, στυλάτο… Λέω ‘είστε ο κ. Κοκόλης;’ Μου κάνει ‘ναι’. Λέω ‘είμαι η Μιρέλα Μανιάνι’. Τα έχασε. ‘Μα εσύ είσαι πολύ αδύνατη. Περίμενα μια κοπέλα πιο…’. Με περίμενε πιο γεμάτη.

Πάμε, λοιπόν, στο γήπεδο για να δοκιμάσουμε το ακόντιο. Εγώ τότε ήμουν σε καλή κατάσταση. Σκέψου ότι πριν να έρθω Ελλάδα είχα κάνει 62.40μ. στο Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα κι αυτό το ρεκόρ δεν έχει σπάσει μέχρι τώρα! Με βλέπει ότι με 2-3 βήματα ρίχνω πάλι αυτά τα μέτρα και τρελαίνεται! Μου λέει ‘θέλεις να κάνουμε προπόνηση μαζί και να πάρουμε ολυμπιακά, παγκόσμια μετάλλια…;’ Λέω ‘ναι’. Ξεκινήσαμε την ίδια μέρα και τελικά έκλεισα μαζί του την καριέρα μου».

-Η πρώτη συμμετοχή σου με τα ελληνικά χρώματα σε κορυφαία διοργάνωση έγινε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1997. Ποιες είναι οι αναμνήσεις σου;

«Στην αρχή ήμουν λίγο μουδιασμένη, γιατί παίζει ρόλο και η εμπειρία. Το 1995 είχα μπει στον τελικό του Ευρωπαϊκού με τους μεγάλους, αλλά και πάλι. Ένιωθα κουμπωμένη, ενώ ήμουν σε καλή κατάσταση. Ίσως φοβήθηκα λίγο. Μου άρεσε γιατί ο κόσμος με αγάπησε αμέσως. Δεν ένιωσα, ξέρεις, ότι έρχομαι από άλλη χώρα και ενδέχεται ο κόσμος να μην είναι στο πλευρό μου. Κατάλαβα ότι ο κόσμος με αγάπησε μόλις με είδε τότε με τα ελληνικά χρώματα και αυτό παρέμεινε μέχρι τέλους».

-Αυτή η περίφημη ιστορία με τα παπούτσια στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1998;

«Δυστυχώς είχα ξεχάσει τα παπούτσια που έκανα προπόνηση. Μου έφεραν καινούργια. Την πρώτη ημέρα έκανα μία πολύ μεγάλη επίδοση με 2 βήματα, που θα μου χάριζε το χάλκινο μετάλλιο στον τελικό. Την άλλη ημέρα είχε βγει εντελώς το κόκαλο πίσω στη φτέρνα, οπότε δεν μπορούσα καν να φορέσω το παπούτσι. Οπότε έχασα το μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα από χαζομάρα».

«Χάτεσταντ, δεν θα περιμένεις τόσο…»

-Δεν πτοήθηκες, όμως, διότι την επόμενη χρονιά κατέκτησες το χρυσό μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Σεβίλλης. Έβγαλες από την τσάντα σου την ελληνική σημαία. Τι αισθανόσουν;

«Βλέπω το video και διαπιστώνω ότι τότε χοροπηδούσα σαν παιδάκι. Χαμογελάω και τώρα. Ένα παιδί με την τότε ηλικία μου μόνο από χαρά το κάνει αυτό. Διότι εκτός της πρώτης θέσης που ήταν κάτι τρελό, η επίδοση αποτελούσε και παγκόσμιο ρεκόρ (σ.σ. το 1999 η IAAF άλλαξε το κέντρο βάρους του ακοντίου στις Γυναίκες). Διπλή επιτυχία, διπλή χαρά…

Ήξερα ότι θα με περιμένουν οι φίλοι μου. Τότε ήταν οι χρυσές εποχές που ο κόσμος ασχολούνταν πολύ με τον αθλητισμό και ειδικά με τον στίβο. Υπήρχε πολλή αγάπη και υποστήριξη από όλες τις πλευρές. Το κάναμε για τη δόξα. Χρειαζόταν και το χρήμα, αλλά όταν είσαι παιδί δεν το καταλαβαίνεις τόσο. Εκείνη την ώρα σκέφτεσαι ότι είσαι στο βάθρο, τιμάς την πατρίδα σου και όλα αυτά».

-Το 2000 κατέκτησες το ασημένιο μετάλλιο στο Σίδνεϊ. Πολλοί δεν θυμούνται ίσως ότι ήθελες να χαρακτηριστεί άκυρη η πρώτη βολή, διότι ήταν πολύ χαμηλή για τα δεδομένα σου.

«Έκανα δύο φορές πανελλήνιο ρεκόρ 67.51μ. Οι χαμηλές βολές δεν μου έλεγαν τίποτα, όταν στις προπονήσεις έριχνα πάνω από 70μ. Προσπαθούσα να ρίξω το ακόντιο μέσα στη γραμμή, αλλά δεν μπήκε. Παρ’ όλα αυτά ήταν μία σπουδαία επίδοση».

-Στο τέλος είπες στην Τρίνε Χάτεσταντ «την επόμενη φορά δεν θα χρειαστεί να περιμένεις τόσο». Τι εννοούσες;

«Η Χάτεσταντ θα σταμάταγε το 1999 λόγω ηλικίας. Εγώ φύτρωσα ως νεανίδα και της πήρα το χρυσό στο Παγκόσμιο. Οπότε κι εκείνη ήταν πολύ καλά προετοιμασμένη για το Σίδνεϊ, διότι ήθελε να σταματήσει την καριέρα της με ένα χρυσό. Ίσως και λόγω ηλικίας να μην έβγαλα εντελώς την τεχνική και τη δύναμή μου. Εννοούσα ότι του χρόνου θα έχω βελτιωθεί περισσότερο, οπότε δεν θα υπήρχε αγωνία για την πρώτη θέση. Είχα λίγο θράσος, αλλά μες στο γήπεδο χρειάζεται κι αυτό (γέλια). Με κέρδισε με μια βολή, όλες οι άλλες ήταν κάτω από τις δικές μου. Με έπιασε η αδικία».

-Το 2001 στο Έντμοντον ο τελικός της Κατερίνας Θάνου και ο δικός σου χτύπησαν 30% τηλεθέαση στην Ελλάδα παρά το γεγονός ότι η ώρα ήταν 02:30. Πιστεύεις ότι θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο σήμερα για τον κλασικό αθλητισμό;

«Δεν ξέραμε για την τηλεθέαση, αλλά μετά διαπιστώσαμε ότι δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην τα είδε. Τώρα είναι πολύ δύσκολο, γιατί ο κόσμος έχει τόσα προβλήματα που ο αθλητισμός πια έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Βλέπω κι εμένα με τα τρεχάματα που έχω. Δεν θα έχω αντοχή να κάτσω μέχρι τις 02:30. Αντίθετα, οι άνθρωποι τότε μαζεύονταν και τα παρακολουθούσαν όλοι μαζί. Οι περισσότεροι μου λένε ‘έχουμε συνδυάσει τις διακοπές με σένα που περιμέναμε να ρίξεις’. Ήταν πιο άνετες οι εποχές».

«Πωρώθηκα τόσο που δεν έβλεπα, δεν άκουγα…»

-Στο Σίδνεϊ πήρες το ασημένιο, αλλά το χάλκινο του 2004 ήταν πιο γλυκό επειδή το πήρες στην Αθήνα. Ήταν και το πιο μάγκικο μετάλλιο της καριέρας σου. Θα μας περιγράψεις το χρονικό;

«Ύστερα από το χρυσό του 2003 στο Παγκόσμιο έβλεπα ότι το χέρι μου δεν πήγαινε άλλο. Στη διάρκεια της προετοιμασίας δεν έβγαζε βολές που εγώ ήθελα, γιατί είχα 6 κομμένους τένοντες. Πάντως, είχαμε ελπίδες ότι θα γίνει κάτι καλύτερο και κάναμε προετοιμασία το 2004. Όταν σιγουρευτήκαμε ότι οι βολές μου δεν είναι για μετάλλιο, χαλαρώσαμε, το συζητάγαμε και ο προπονητής μου είπε ‘από παγκόσμια πρωταθλήτρια θα είσαι ικανοποιημένη αν απλά μπεις στον τελικό;’. Λέω ‘όχι, είναι σαν να βγαίνεις τελευταία.

Είχα αποφασίσει αρχικά να δηλώσουμε τραυματίες και να κανονίσουμε την εγχείρηση με τον κ. Τσικούρη, διότι εκείνος παρακολουθούσε το χέρι μου και προσπαθούσε να το κρατήσει με ενέσεις. Πλησίαζαν οι μέρες και ο προπονητής μου είχε πάει διακοπές στην Κύπρο με τη γυναίκα του. Εγώ έμενα στον Άγιο Κοσμά. Είχα μια βοηθό προπονητή, τη Βάσω Παναγιωτοπούλου, η οποία δεν με άφηνε. Μου έλεγε ‘κρίμα, έχεις φυσική κατάσταση, μόνο με την εμπειρία θα ρίξεις’.

Αρχίσαμε, λοιπόν, να το συζητάμε. Μου έλεγαν κιόλας ότι για διάφορους λόγους ίσως να μην ήταν καλό αν δεν συμμετείχα στους Αγώνες. Εγώ δεν ήθελα να ρισκάρω το όνομά μου. Δηλαδή να κατέβω, αλλά όχι και να μην προκριθώ ούτε στον τελικό. Μου είπαν ‘έτσι όπως έχουν γίνει και ακούγονται πράγματα, καλό είναι να κατέβεις’. Οπότε αποφασίσαμε με 1 εβδομάδα προπόνηση πριν και άλλες 2 μετά να ρίξουμε ούτε 50μ. Να φανταστείς η τελευταία μέτρηση ήταν 47.80μ. ή κάτι τέτοιο. Δεν κράταγε το χέρι, είχε κρεμάσει εντελώς.

Αποφασίζουμε να μπούμε για 3 άκυρα. Θα προτιμούσα να μην αγωνιστώ καν και απλά να υπάρχει η συμμετοχή. Γύρισε ο προπονητής μου, ήταν και η κ. Παναγιωτοπούλου, η οποία κάθε μέρα ήταν δίπλα μου, με ξυπνούσε με το ζόρι γιατί δεν είχα διάθεση και έχει ένα μερίδιο του μεταλλίου γι’ αυτό και την αναφέρω. Αρχίζει, λοιπόν, να με πωρώνει. Εγώ δεν είχα κάνει καν ζέσταμα. Ήμουν εντελώς φλου. Είχαμε ζητήσει να μου κάνουν μια ένεση κορτιζόνης στο χέρι, αλλά οι γιατροί δεν συμφώνησαν γιατί δεν ήθελαν να πάρουν την ευθύνη τελευταία στιγμή.

Τέλος πάντων μπαίνω στον αγώνα, αρχίζω λίγο ζέσταμα, πιάνω το ακόντιο… Βέβαια, την αίσθηση που ένιωσα όταν μπήκα στο γήπεδο, δεν την είχα ξανασυναντήσει ποτέ μου. Η αδρεναλίνη μου είχε ανέβει. Δεν είχα ξανανιώσει ποτέ έτσι το σώμα μου. Πωρώθηκα τόσο που δεν έβλεπα, δεν άκουγα… Μπήκα στον τελικό. Μεγάλη επιτυχία που από 47μ. έριξα 61.04μ. Όταν βγήκα έξω είδα χαρές κτλ. Από τη μία χαιρόμουν, αλλά από την άλλη επειδή ήμουν εγωίστρια, έλεγα ‘πώς γίνεται, θα είμαι εκτός μεταλλίων σε Ολυμπιακούς Αγώνες;’

Το πήρα πεισματικά. Πριν από τον τελικό πήρα και ένα Voltaren για να μην υποφέρω και είπα ‘αυτός μπορεί να είναι ο τελευταίος αγώνας, γιατί θέλω να δώσω το 100%’. Έριξα, κατέκτησα το χάλκινο μετάλλιο, έκοψα άλλους 3 τένοντες, έγιναν 9 στο σύνολο και μετά αποφασίσαμε για την εγχείρηση. Ξέρεις τι είναι την ίδια μέρα να κόβεις 3 τένοντες, να κρέμεται το χέρι και την άλλη μέρα να μην μπορέσεις καν να λειτουργήσεις».

-Μία συμβουλή στα νεότερα παιδιά που ασχολούνται με τον ακοντισμό: Υπάρχει κάποιο τρικ για καλύτερες βολές;

«Ο ακοντισμός είναι θέμα τεχνικής, έκρηξης, ελαστικότητας και δύναμης. Η δύναμη είναι το τελευταίο. Αν δεν έχει γεννηθεί κάποιος με ταλέντο στον ακοντισμό είναι πολύ δύσκολο. Τυχαία μπορεί να πετύχει μία επίδοση ή να βγει πρώτος. Πρέπει κάποιος να διαθέτει το χρυσό χέρι, που λέμε. Επίσης, θέλει προσοχή η λάθος προπόνηση, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος αν πλακωθείς στα βάρη να χάσεις την τεχνική και την έκρηξη. Έτσι χάνονται πολλά ταλέντα.

Ο ακοντιστής δεν πρέπει να κάνει πάγκο και αρασέ με πολλά κιλά. Χρειάζεται λίγα βάρη, αλλά με επαναλήψεις. Να ασχολείται με την έκρηξη. Λίγα βάρη, λάστιχο πολύ… Αυτά μου έκανε ο μπαμπάς μου από παιδί. Ακόμα και σήμερα αυτά αρκούν για να πετύχει κάποιος».

-Με τι ασχολείσαι σήμερα;

«Έχω ρίξει βάρος στο παιδί μου. Της έχω αδυναμία της μικρής. Από πολύ νεαρή ήθελα να γίνω μάνα και να που τελικά ήμουν γεννημένη και γι’ αυτό. Όπως εγώ είχα τον μπαμπά μου από πίσω, έτσι καταλαβαίνω ότι κι εγώ πρέπει να είμαι πίσω από εκείνη. Γιατί αν δεν είμαι, δεν θα μπορέσει να συγκεντρωθεί κάπου. Είναι υποχρέωσή μου να τη βάλω σε έναν δρόμο, μέχρι να αρχίσει να προχωρά μόνη της. Έχουμε αρχίσει και βλέπουμε video με επιτυχίες μου. Παθαίνει σοκ, τρελαίνεται από τη χαρά της. Όταν πήγα τα μετάλλια στο σχολείο, χάρηκαν πολύ τα παιδιά. Δεν έχει καταλάβει ακριβώς τι έκανα. Εγώ είμαι υποχρεωμένη να την τρέξω παντού και όπου της αρέσει να παραμείνει».

***

Μία πιο εκτενής αναδρομή

Η Μιρέλα Μανιάνι γεννήθηκε στο Δυρράχιο της Αλβανίας στις 21 Δεκεμβρίου 1976 και από μικρή ηλικία αγάπησε τον αθλητισμό (ρυθμική γυμναστική, τρέξιμο 100μ.-200μ.).

Σε ηλικία 12 ετών την κέρδισε ο ακοντισμός και στα 18 της έφυγε για το Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα στις ΗΠΑ, όπου μέχρι και σήμερα διατηρείται το δικό της ρεκόρ (62.40μ.).

Η πρώτη σημαντική διάκριση εκτός των συνόρων καταγράφηκε στις Βρυξέλλες το 1991, όταν και κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες Νεανίδων.

Ούτε οι ΗΠΑ ούτε η Κεντρική Ευρώπη (Γερμανία, Αυστρία), όμως, δελέασαν τη Μιρέλα, η οποία αγάπησε την Ελλάδα από την πρώτη στιγμή και σε συνδυασμό με όσα είχαν συμβεί στα προσωπικά της, πήρε την απόφαση να εγκατασταθεί στην Αθήνα το φθινόπωρο του 1996.

Η παρθενική της συμμετοχή σε διοργάνωση top επιπέδου με τα γαλανόλευκα χρώματα πραγματοποιήθηκε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Αθήνας το 1997, όταν και κατέλαβε την 11η θέση.

Δύο χρόνια αργότερα προκρίθηκε ως 7η στον τελικό του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος της Σεβίλλης, αλλά με βολή στα 67.09μ., η Μιρέλα Μανιάνι κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο, ενά αξίζει να σημειωθεί ότι και η δεύτερη καλύτερη ρίψη της (66.44μ.) ήταν ανώτερη από τα 66.37μ. της Τατιάνα Σικολένκο.

Επόμενο ραντεβού ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο Σίδνεϊ, όπου παρουσιάζοντας για άλλη μια φορά εξαιρετικό πρόσωπο, κατέκτησε το αργυρό μετάλλιο με βολές στα 67,51μ., επιδόσεις που αποτέλεσαν πανελλήνιο ρεκόρ.

Μόνο μια ρίψη της Τρίνε Χάτεσταντ, η πρώτη στα 68.91μ., ήταν ανώτερη από τις προαναφερθείσες της Μιρέλας, με συνέπεια το χρυσό να καταλήξει σε νορβηγικά χέρια.

Το 2001 στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του Έντμοντον, η Αγγελική Τσιολακούδη έκανε την έκπληξη με την 4η καλύτερη επίδοση στον προκριματικό, αλλά η Μανιάνι που πέρασε στον τελικό ως 5η έμελλε να ξαναγράψει ιστορία.

Η Οσλέιντις Μενέντες πατούσε καλύτερα και κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο, αλλά η ξανθομάλλα ακοντίστρια ξεπέρασε όλες τις υπόλοιπες αντιπάλους και φόρεσε στον λαιμό της το ασημένιο.

Η κορυφαία επιδοση της καριέρας της καταγράφηκε στις 6 Αυγούστου 2002, όταν εκτόξευσε το δόρυ στα 67.47μ. και πανηγύρισε με χαρακτηριστική άνεση την πρωτιά στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του Μονάχου.

Εξίσου εντυπωσιακή παρουσιάστηκε και το 2003 στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του Παρισιού, καθώς οι πρώτες 4 βολές της ήταν ανώτερες από εκείνες της δεύτερης Σικολένκο και στις τελευταίες 2 ήταν… χαλαρή, σκεπτόμενη το χρυσό μετάλλιο που απέκτησε με περίσσιο χαμόγελο λίγο αργότερα.

Δυστυχώς, η συνέχεια δεν ήταν ευνοϊκή για τη Μιρέλα, καθώς οι τραυματισμοί την εμπόδιζαν να κάνει προετοιμασία εν όψει της κορυφαίας διοργάνωσης για μια ολόκληρη φουρνιά Ελλήνων αθλητών: τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας.

Εντούτοις, με μπόλικη τρέλα, δύναμη ψυχής και ένα… χάπι Voltaren, η αθλήτρια με τα υπέροχα καταπράσινα μάτια πάλεψε μέχρι τέλους και στην τελευταία βολή ξεπέρασε το 64.23μ. της Νίκολα Μπρέιτσοβα, φτάνοντας με 64.29μ. στο χάλκινο μετάλλιο!

Από τη στιγμή που εξετέλεσε την αποστολή του 2004, η εμφανώς καταπονημένη Μιρέλα δεν κατάφερε να προκριθεί στον τελικό του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος του Ελσίνκι (2005) και συνειδητοποίησε με πίκρα ότι θα πρέπει να εγκαταλείψει τον αθλητισμό.

Το μόνο σίγουρο, πάντως, είναι ότι δεν την πήρε από κάτω, καθώς έκτοτε είχε όλο τον χρόνο να ασχοληθεί με τη θηλυκή της πλευρά και, βέβαια, από την άνοιξη του 2011, με την κορούλα της.

Χιλιόχρονες να είναι και οι δύο…