25/03/2019 - 13:35

Εθνικός Ύμνος: Από το «λυγηρόν και κοπτερόν σπαθί» στον Διονύσιο Σολωμό

Ο Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας αποτελεί δημιούργημα του Διονύσιου Σολωμού, σε μελοποίηση του Νικόλαου Μάντζαρου. Οι πρώτες δύο στροφές, αποτέλεσαν το «επίσημον άσμα» της πατρίδας μας στα χρόνια του Βασιλιά Γεώργιου.

Ο Βασιλιάς, είχε ακούσει την εν λόγω σύνθεση στην Κέρκυρα το 1865 και εντυπωσιάστηκε τόσο, που το καθιέρωσε ως Ύμνο της χώρας μέσω διατάγματος.

Διατάχθηκε η εκτέλεσή του «κατά πάσας τας ναυτικάς παρατάξεις του Βασιλικού Ναυτικού». Επίσης ενημερώθηκαν οι ξένοι πρέσβεις, ώστε να ανακρούεται και από τα ξένα πλοία στις περιπτώσεις απόδοσης τιμών προς τον Βασιλιά της Ελλάδος ή την Ελληνική Σημαία.
Μέχρι τότε, ο Νικόλαος Μάντζαρος είχε δύο αποτυχημένες απόπειρες αναγνώρισης από τον προηγούμενο Βασιλιά, τον Όθωνα.

Στα χρόνια του Όθωνα, ο νυν Εθνικός Ύμνος ακουγόταν συχνά στα Επτάνησα, σε γιορτές και συναθροίσεις, ωστόσο είχε τον ίδιο χαρακτήρα με τον Θούριο του Ρήγα.

Περίπου δεκαπέντε χρόνια μετά τη μελοποίησή του, το 1845, ο συνθέτης παρουσίασε το έργο του στον Όθωνα, αλλά εκείνος, πέραν της απονομής τιμητικής διάκρισης στον Μάντζαρο, δεν προχώρησε την υπόθεση.

Πριν φτάσουμε στη χρήση του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» και συγκεκριμένα των δύο στροφών που αποτέλεσαν το επίσημο άσμα της Ελλάδας, υπήρξε ένα άλλο ποίημα το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο πρώτος μεν, ανεπίσημος δε, Ύμνος της χώρας.

Το πατριωτικό αυτό ποίημα, που ήταν πολύ διαδεδομένο επί Τουρκοκρατίας, αποδίδεται στον Κωνσταντίνο Κοκκινάκη (1781 Αίγινα – 1831 Χίος), λόγιο της εποχής.
Λόγω της ευρείας χρήσης του από τους αγωνιστές της Ελευθερίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο ανεπίσημος εθνικός ύμνος των Ελλήνων της εποχής εκείνης.
Οι στίχοι του ήταν οι εξής:

Ω, λυγηρόν και κοπτερόν σπαθί μου,
κι εσύ τουφέκι, φλογερόν πουλί μου.
Εσείς τον Τούρκον σφάξατε,
τον τύραννον σπαράξατε,
ν’ αναστηθεί η Πατρίς μου,
να ζήσει το σπαθί μου.
Για της Πατρίδος την Ελευθερίαν,
για του Χριστού την πίστιν την αγίαν,
γι’ αυτά τα δύο πολεμώ,
μ’ αυτά να ζήσω επιθυμώ
και αν δε τα αποκτήσω,
τι μ’ ωφελεί να ζήσω;