09/10/2019 - 11:58

Μας τσίμπησαν «Άγριες μέλισσες»

Γράφει ο : 

Ένα σμήνος από άγριες μέλισσες έφυγε από τον θεσσαλικό κάμπο και... κέντρισε το ενδιαφέρον του τηλεοπτικού κοινού.

Οι σειρές εποχής έχουν ένα πλεονέκτημα έναντι των άλλων τηλεοπτικών σειρών. Μαζί με τις αναμνήσεις, κουβαλούν και τη νοσταλγία των παλαιοτέρων για τα νεανικά τους χρόνια. Χρόνια που η απόσταση τα έχει εξιδανικεύσει και οι παλαιότεροι από εμάς τα αντιμετωπίζουμε σαν ένα αξέχαστο νεανικό παραμύθι.

Δεν είναι όμως εύκολο εγχείρημα η αναβίωση μιας εποχής, διότι έχει τεράστιο για την ελληνική αγορά κόστος. Ένα κόστος που αποτελεί τροχοπέδη για μια σειρά, ειδικά αν είναι καθημερινή, περιορίζοντας τα εξωτερικά γυρίσματα, τα οποία κοστίζουν και σε χρόνο και σε χρήμα. Αν επιλέξει ο παραγωγός εξωτερικά γυρίσματα, τότε το κόστος εκτοξεύεται και τα γυρίσματα καθυστερούν, λόγω των μετακινήσεων. Γι αυτό επιλέγεται η κατασκευή ενός μικτού σκηνικού , σε φυσικό χώρο με προσθήκη σκηνικών, κάτι που έγινε με μεγάλη επιτυχία στο «Νησί»

Στην περίπτωση της σειράς « Άγριες μέλισσες», επελέγη ως οικονομική λύση η κατασκευή σκηνικού κοντά στα στούντιο της εταιρείας παραγωγής. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να συμπιεστεί το κόστος παραγωγής, αλλά να περιοριστούν παράλληλα και οι εξωτερικές σκηνές, οι οποίες αποτελούν το σήμα κατατεθέν των σειρών εποχής. Δεν αρκούν τα κοστούμια, τα έπιπλα και τα σκεύη , για να αναπαραστήσεις μια εποχή. Αυτό που πρέπει να αποδώσεις με συνέπεια είναι οι συνήθειες των ανθρώπων, οι εικόνες , οι ήχοι και οι... γεύσεις της εποχής που θέλεις να αναπαραστήσεις. Σε αυτό το σημείο η σειρά του ΑΝΤ1 υστερεί.

Έχοντας περιορίσει τα γυρίσματα σε ένα στούντιο, δεν υπάρχουν χαρακτηριστικά πλάνα που θα παραπέμπουν στην εποχή του πενήντα. Ένα γεφύρι, ένα κεφαλόβρυσο, ένας μύλος, μια νεροτριβή, ένας σταθμός τρένου. Ούτε ήχοι της εποχής ακούγονται στα εξωτερικά γυρίσματα. Από κανένα παράθυρο δεν «βγαίνει» ο ήχος του μπουζουκιού του Θεσσαλού Τσιτσάνη ή το κλαρίνο του Καρακώστα ή έστω η φωνή του Καζαντζίδη στα πρώτα ακούσματά του. Τις εποχές τις χαρακτηρίζουν τα έργα των ανθρώπων, που δεν είναι όλα κατασκευές.

Η εικόνα που βγαίνει από τα γυρίσματα της σειράς στο στούντιο είναι μια «κυριακάτικη» εικόνα, όπου όλα είναι καθαρά και οι άνθρωποι φορούν τα γιορτινά τους. Απουσιάζουν σκηνές της καθημερινής ζωής, με τη λάσπη του θεσσαλικού κάμπου και τα φθαρμένα ρούχα από την καθημερινή δουλειά στην ύπαιθρο.

Ακόμη και η επιλογή κάποιων ηθοποιών φαίνεται ότι έγινε με εμφανισιακά κριτήρια. Δεν ήταν όμως, στην εποχή του πενήντα, όλοι οι νεαροί Έλληνες... Κακαβάδες. Η εμφάνισή τους παρέπεμπε σε έναν ταλαιπωρημένο από τον εμφύλιο λαό, που αγωνιζόταν ακόμη για την επιβίωσή του. Ίσως, οι συντελεστές της σειράς θα έπρεπε να ξαναδούν κάποιες ταινίες εκείνης της εποχής και να προσαρμόσουν την επιλογή των προσώπων στα δεδομένα της δεκαετίας του πενήντα και όχι στα σημερινά.

Καθημερινές ασχολίες και συνήθειες των κατοίκων της εποχής εκείνης φαίνεται ότι «διέφυγαν» της προσοχής των υπευθύνων της σειράς. Κάποιος έπρεπε να τους δείξει πώς θέριζαν οι παλιοί και πώς σέλωναν τα άλογά τους. Ακόμα και ο τρόπος που φορούσαν τη μαντήλα τους οι γυναίκες ήταν χαρακτηριστικός, ενώ το χτένισμά τους τα βράδια έμοιαζε με ιεροτελεστία. Αγνοήθηκε επίσης η τοπική διάλεκτος. Η προφορά των Θεσσαλών είναι ακόμη και σήμερα χαρακτηριστική, πόσω μάλλον εκείνη την εποχή που η αστική εκφορά του λόγου περιοριζόταν στους γκάγκαρους Αθηναίους.

Παρόλα αυτά, η σειρά αρέσει. Και αρέσει διότι έχει πολλά από εκείνα τα στοιχεία που κάνουν μια ιστορία ελκυστική στο κοινό. Το σενάριο έχει πλοκή και γρήγορη εξέλιξη. Οι διάλογοι είναι φυσικοί και ανθρώπινοι. Οι σκηνοθέτες χρησιμοποιούν όλα τα τεχνικά μέσα για να αναδείξουν το μύθο και οι ηθοποιοί, κυρίως οι νέοι, κάνουν τη διαφορά, με προεξάρχουσα τη Μαρία Κίτσου, αυτή τη σύγχρονη « τραγωδό», που θα μας απασχολήσει στα επόμενα χρόνια με το τεράστιο υποκριτικό ταλέντο της!